Το πονεμένο στήθος μου [To ponemeno stithos mou]
(My aching chest)

Greek

Το πονεμένο στήθος μου πονεί μα δεν το λέ-ει
τ' αχείλι μου κι αν τραγουδεί, μέσα η καρδιά μου κλαίει

Κλαίω κι από τα δάκρυα τη γη που στέκω βρέχω
κι άνθρωπος δεν ευρέθηκε να με ρωτήσει τι έχω

Σκίσε φωνή μου τα βουνά και πέρασε σαν άστρο
και άμε και χαιρέτα μου τον κρίνο μου τον άσπρο

Ήλιε μου, στο βασιλεμό περίμενε λιγάκι
να στείλω στην αγάπη μου ένα γαρυφαλλάκι

Ήλιε μου, τι σου έκανα και πας να βασιλέψεις
κι αφήνεις με στα σκοτεινά και πας αλλού να φέξεις

Παίρνει νοτιά, φέρνει νερό, παίρνει βοριάς χιονίζει
μα σε το καμαρόφρυδο αντρόγυνα χωρίζει

Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη
θέλει λαγού περπατησιά κι αητού γρηγοροσύνη

Ζήσε εσύ κι εγώ ας πεθάνω,τι την θέλω τέτοια ζωή
Μ' άλλη αγάπη εγώ δεν κάνω, κάλλιο να μπω στην μαύρη γη
My painful chest hurts me but don’t tell,
my smile will sing, but inside my heart cries.

I cry and from my tears the earth became wet,
and no man was found to ask me what I have.

Let my voice tear the mountains and pass like a star,
and greet my white lily.

Oh sun, wait just a a bit to rise,
I would send my love a carnation.

Oh sun, what have you done, go and rise somewhere,
and let me be in the dark, go elsewhere.

He went south, brought water, went north and got snow,
but in the cold the couples break up.

Love wants wisdom, wants humility,
the hare wants to walk and the eagle to fly.

You live but I will die, what do I want with such a life,
with another love I will not go, only I will go in the black earth.